ήσουν εκεί. κι εγώ ήμουν εκεί. ήρθα μόνο για αυτό. για να σε αποχαιρετίσω. και έτσι όπως καθόμασταν μέσα στην εκκλησία. άνθρωποι. κάποιοι που ήξερα. κάποιοι άλλοι που δεν ήξερα. και μερικοί που θα ήθελα να μην ήξερα. θυμήθηκα. που με έκανες μπάνιο κάθε Παρασκευή. πρώτα έμενα. μετά τον παππού και εσύ έκανες τελευταία. κάθε Παρασκευή. γέμιζες την λεκάνη με ζεστό νερό. κι έπαιρνες το τσίγκινο μπολάκι το μαύρο. και με έλουζες. πρώτα έμενα. μετά τον παππού. κι εσύ τελευταία. κάθε Παρασκευή. με πράσινο σαπούνι. κι εκεί. μέσα στην εκκλησία. μου ήρθε όλο. όλο αυτό που είχα ξεχάσει. με είχες δει γυμνό σκέφτηκα. κάθε Παρασκευή με έβλεπες γυμνό. και ήσουν τώρα εκεί. μπροστά μου. σκεπασμένη με λουλούδια μέχρι το λαιμό. και σκέφτηκα ότι εγώ ποτέ δε σε είδα γυμνή ολόκληρη. ποτέ δε σε έκανα μπάνιο. ούτε όταν πια δεν μπορούσες να κάνεις μόνη σου. γιατί ήμουν μακριά. γιατί μια άλλη κυρία χωρίς γλώσσα που δε μιλούσε τη γλώσσα μας ήταν εκεί για να σε κάνει μπάνιο και να σου μαγειρεύει και να σου κάνει παρέα. γιατί δεν άντεχα να βλέπω τα μάτια σου να με έχουν ξεχάσει. τα μάτια σου που με ξέχασαν. τα μάτια σου που έγιναν ξανά αθώα μάτια. δεν θυμάμαι. τι μέρα ήταν η μέρα που πέθανες. έχω πάψει πια να συγκρατώ ημερομηνίες για σημαντικά πράγματα. θυμάμαι να πλένεις τα ρούχα στο χέρι. σε θυμάμαι να χτενίζεις τα μαλλιά σου. στον καθρέφτη. πριν τη βραδινή βόλτα. σε θυμάμαι να βάζεις κραγιόν. με το στόμα να χάσκει αντανακλαστικά.. σε θυμάμαι τα μεσημέρια να κοιμάσαι στο μονό. με τα μάτια σου σκεπασμένα απ' τον αγκώνα.. έτσι. δε θυμάμαι τι μέρα ήταν τη μέρα που πέθανες. είμαι όμως σίγουρος ότι την ακριβώς προηγούμενη Παρασκευή έκανες το τελευταίο σου μπάνιο.
10.1.26
9.4.25
το κάτι
και όταν πια εφησυχαστούμε
ακουμπώντας σε κάτι που ξέρουμε
ή νομίζουμε πως ξέρουμε
και ότι κάτι κατέχουμε
λανθασμένα πειστούμε
τότε είναι που κάτι έχουμε χάσει
ενώ αν μείνουμε καταδικασμένοι
αυτό το κάτι διαρκώς
ενώ αιώνια ανήσυχοι
το κάτι αυτό αναζητάμε
τότε ίσως κάτι βρήκαμε
μια ελάχιστη πιθανότητα
ένα κάτι μικρό να διαρκέσει
25.8.24
μαγνητικά δίποδα
οι μαγνητικοί πόλοι
-σε οποιαδήποτε κλίμακα κι αν εξετάζουμε την ύλη-
εμφανίζονται πάντοτε σε ζεύγη
τα μαγνητικά δίποδα
είναι το είδος αυτό των ανθρώπων
που οι αντίθετοι πόλοι τους
τους επιτρέπουν να βαδίζουν πλάι πλάι
15.8.24
11.8.24
γραμμές
η αγάπη είναι μια γραμμή
που ξεκινάει
και πέφτει
μέχρι την κρίσιμη στιγμή
από κει και πέρα
συνεχίζει ασφαλώς
να υψώνεται.
η επιτυχία είναι μια γραμμή
που ξεκινάει κάθετα
προς τα πάνω
και σαν σκάλα
που και που
οριζοντιώνεται
μόνο ανεβαίνοντας.
η απόφαση είναι μια γραμμή
που ξεκινάει από βάθος
όπως κάθε δίλημμα
φτάνει ως εκεί που ισορροπεί
ανάμεσα σε δύο πιθανότητες
και διαλέγει
αν θα πάει πάνω ή κάτω.
η πίστη είναι μια γραμμή
που ξεκινάει από χαμηλά
και φτάνει στα ψηλά
αν σταματήσει και σκεφτεί
δεν είναι πίστη
είναι μια άλλη γραμμή
άγνωστης κατευθύνσεως.
το ψέμα είναι μια γραμμή
που από τα ψηλά ξεκινώντας
ισόποσες κάνει πτώσεις
κάθετες
και φθίνει συνεχώς
αυτό που κάθε φορά ξαφνιάζει
είναι η ταχύτητα της πτώσης.
η ζωή δεν είναι μια γραμμή
τμήματα που προσπαθούν
ευθύγραμμα να παραμείνουν
σε κάθε καρδιογράφημα
μια τέλεια ευθεία όλα γίνονται
αυτά που προηγήθηκαν
μοιάζουν λίγο μουτζούρα.
14.7.24
της Τετάρτης τη λαϊκή. πριν.
η κυρία που με είδε είδε τελικά περισσότερα απ' όσα έβλεπα. διαβάζοντας ακόμη μία φορά το έβδομο και τελευταίο μάθημα για το λόγο. σταμάτησε η κυρία. σκέψου. για να μου πει πως μάλλον αυτό που διαβάζω είναι πολύ ωραίο. και ότι διάλεξα ένα σωστό σημείο για να υπάρξω για λίγο. μου έδωσε η κυρία την υπόσταση που είχα χάσει. έτσι που με είδε με την πλάτη γυρισμένη. καθισμένο πλαγιαστά στη μέση της μέρας. στο πράσινο παγκάκι μου και κανενός άλλου. σταμάτησε η κυρία σκέψου. για να μου πει ότι καλά κάνω και κάνω αυτό που κάνω. και ότι παίρνω ενέργεια απ' τα φυτά τριγύρω. και γι' αυτό ίσως μπορώ και βυθίζομαι μέσα σ' αυτό το βιβλίο. και καλά κάνω. και καλά έκανες κι εσύ κυρία που σταμάτησες σκέψου. στη μέση της μέρας για να πεις σε ένα παιδί που καθόταν σε ένα παγκάκι μόνο του. με το βιβλίο του. και μόνο του. ότι έτσι κι έτσι. της έδωσα κι εγώ την ευχή μου και την κοιτούσα που έφευγε. κι έφυγα πια όταν έφυγε η κυρία. γιατί η στιγμή πέρασε. χάλασε. πως το λένε. μόλις μου είπε τι είδε. βλέποντας με. το είδα κι εγώ. και χάθηκε. όπως όλα τα πράγματα χάνονται όταν πέσει επάνω τους το κατάλληλο βλέμμα.
18.3.22
γυρεύω τις λέξεις που με κάνουν να ανατριχιάζω
τις ψάχνω στο δρόμο
κρυφακούω καμιά φορά τους διπλανούς
τους περαστικούς
ανοίγω τις κεραίες μου να πιάσω σήματα
από τα λεξικά των άλλων
μα πάντα οι λέξεις με γελούν
δεν είναι ποτέ δικές μου
όσο και να τις αγαπήσω
οι περισσότερες δεν κάθονται
να τις χρησιμοποιήσω
εγκαταλείπουν τη μνήμη μου
κι έτσι παύω να τις υμνώ
με εκδικούνται
που δεν φρόντισα να πάρω το μολύβι μου
κι ένα χαρτί και να τις κάνω
να υπάρξουν
λες και ήταν ποτέ αυτονόητες
Εγγραφή σε:
Σχόλια
(
Atom
)